Το κάλεσμα του φωτός

Would you like to read the play in English?

Το κάλεσμα του φωτός

Πρόσωπα: (2)

Αφηγητής

Θεία

Αφηγητής: Έβαλα την τελευταία σελίδα του χειρόγραφου επάνω στο γραφείο από ξύλο κερασιάς. Άγγιξα το στιλπνό παλιό έπιπλο με αγάπη. Έκλεισα τα μάτια με ικανοποίηση και πήγα πίσω στο χρόνο, τότε που ήμουν 15 ετών. Στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς όπου περνούσα τις διακοπές των Χριστουγέννων. Η θεία μου ετοίμαζε την παραδοσιακή γαλοπούλα.

-Θεία δώσε μου το κλειδί του υπογείου.

-Τι να κάνεις εκεί κορίτσι μου, κάνει κρύο και έχει υγρασία.

-Δεν θα μείνω πολύ μόνο για λίγο.

Πήρα γρήγορα το κλειδί και άρχισα να κατεβαίνω τα πέτρινα σκαλιά ενώ σιγά-σιγά βυθιζόμουν στις παιδικές αναμνήσεις. Το δωμάτιο αυτό ήταν γεμάτο απομεινάρια του παρελθόντος: καπέλα, καλάμια ψαρέματος, παιχνίδια, παιδικά καρότσια. Ξαφνικά, τράβηξε την προσοχή  μου ένα παλιό έπιπλο. Ένα εντυπωσιακό  γραφείο από σκούρα κερασιά. Χωρίς πολλή σκέψη άρχισα να βγάζω τα συρτάρια ένα ένα και να το εξερευνώ. Όταν έβγαλα το τελευταίο συρτάρι έπεσε έξω ένα χαρτάκι. «Από πού έρχομαι;»

Ποιός είχε γράψει αυτό το χαρτί; Έτρεξα γρήγορα στην κουζίνα.

-Θεία σε ποιόν ανήκει το παλιό γραφείο που είναι στο υπόγειο;

-Είναι της θείας Κορνηλίας, πέθανε πριν από λίγα χρόνια.

-Πες μου κάτι γι’ αυτή την θεία.

Αντί όμως να μου δώσει απάντηση βρήκε ένα παλιό χάρτινο κουτί, έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί και άρχισε διαβάζει:

«Αν λαχταρούσες τη ζέστη του μεσημεριού

το φως γιατί δεν διάλεξες του ήλιου το λαμπρού

μα τα καψάλισες στο φως ενός κεριού;»

-Είχαμε θεία ποιήτρια και δεν το ήξερα; Δεν έγραψε άλλα ποιήματα;

-Δυστυχώς έκαψε όλη τη συλογή της μετά από μια μεγάλη απογοήτευση που πέρασε. Μόνο αυτό σώθηκε. Μετά από αυτή την μεγάλη κρίση σταμάτησε να βγαίνει έξω, κλείστηκε στον εαυτό της.

Αφηγητής: Τι σήμαιναν όλα αυτά; Έπρεπε όπωσδήποτε να μάθω. Πώς μπορούσα όμως να πάρω απαντήσεις;  Όλα φαίνονταν  τόσο μυστηριώδη.

Ξαφνικά άκουσα μια σφυρίχτρα. Κάποιος σφύριζε απ’ έξω, ένιωσα ένα άγριο και παράξενο συναίσθημα. Κάποιος με καλεί, θέλει να μου τραβήξει την προσοχή.  Αυτό το σφύριγμα ήταν ένα σημάδι. Ίσως η θεία Κορνηλία προσπαθούσε να μου πει κάτι. Βγήκα έξω

Είδα ένα παιδί να τρέχει μέσα στο χιόνι και να εξαφανίζεται. Κοίταξα το φρεσκοστρωμένο χιόνι. Μια φωνή βαθιά και ενστικτική προσπαθούσε να μου δώσει κάποιες απαντήσεις.

Το ερώτημα της θείας Κορνηλίας, ξαναγύρζε στο μυαλό μου:  «Από πού έρχομαι;» Το ερώτημα αυτό έγινε και δικό μου. «Ποιός είμαι, από πού έρχομαι και πού πηγαίνω;»

Κοίταξα πάλι γύρω μου το λευκό χιόνι. Άφησα τις αισθήσεις να με πλημμυρίζουν. Ένιωσα την αγνότητα, την χαρά του παιχνιδιού, τον ανεπιτήδευτο έρωτα αλλά και την μοναξιά την ψυχρότητα, την απομόνωση.

Γύρισα πίσω στο σπίτι. Άνοιξα  το χάρτινο κουτί που είχε μέσα το ποίημα. Είδα  μέσα ένα χρυσό κουκούλι.

Ένα κουκούλι πεταλούδας. Τώρα είχα όλες τις απαντήσεις:  ερχόμαστε από το φως και στο φως πηγαίνουμε. Αφού περάσουμε μια περίοδο βαθιάς μεταμόρφωσης θα βγάλουμε φτερά για να πετάξουμε στον ουρανό και να  ατενίσουμε το φως του ήλιου.  Ο χειμώνας περνάει και έρχεται πάντα η άνοιξη που η χρυσαλίδα θα μεταμοφωθεί σε πεταλούδα. Τότε θα πετάξει μετα καινούργια της φτερά ψηλά, κοντά στο φως, ελεύθερη και ευτυχισμένη.


Biography

Aimilia Emmanouil is a playwright, litterateur, translator and actress.  She was born in Sparta, Greece and studied political science, cultural management and theater in Greece and Italy. She is interested in writing plays for children that have as a core element the political and ethical values of democracies and designs complementary educative workshops. She is experienced in creative writing  and design of children-youth cultural-educative programs. She collaborates as a translator and writer with greek publishing houses (Gutenberg, Hridanos). She lives in Greece, Athens.